Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ

ΚΡΗΤΗ



Στο Οροπέδιο του Ομαλού και της Σαμαριάς το φαράγγι
Σε τούτα, λέει, τα θεόχτιστα μέρη, στον Ομαλό, στη Μαδάρα, στο Φάραγγα, ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας βοσκός. Ήταν λεβεντονιός, διαλεχτό παλικάρι κι έπαιζε λύρα που μάραινε καρδιές. Κανείς δεν τον ήξερε με τ' όνομα του. Λυράρη τον φώναζαν και λυράρης έμεινε. Καθόταν πάνω στους βράχους, στη σκιά των δέντρων, κοντά σε νεροπηγές ή σε σπηλιές που βρίσκονταν τριγύρω κι έπαιζε... Έπαιζε είναι μια κουβέντα, γιατί, αυτό που έβγαιν' απ' τη λύρα του δεν ήταν παίξιμο• ήταν ουράνια μελωδία...
Ένα καλοκαίρι τον άκουσαν μερικοί και ξεστάθηκαν. Κι από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ο λυράρης που όμοιος του δεν είχε γεννηθεί σ' όλη την Κρήτη, παράβγαινε, στον Ομαλό, με τον αγέρα και με τα πουλιά, στο παίξιμο.
Σιγά σιγά αρχίνησαν κι ανέβαιναν, νέοι και γέροι, ν' ακούσουν τη φωνή της λύρας που ιστορούσε της καρδιάς τα βάσανα, που έλεγε τις ομορφιές του κόσμου. Κάποτε ο λυράρης χάθηκε. Έτσι εντελώς ξαφνικά, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν. Τον αναζήτησαν παντού, μα δε βρέθηκε πουθενά. Μήνες και χρόνια πήρε η αναζήτηση μα... πού λυράρης! Στο τέλος τον τύλιξε μαζί με τη λύρα του ο θρύλος...
Μια νύχτα, λέει, μια αφέγγαρη νύχτα, Οκτώβρης ήσαν, Νοέμβρης ήταν, ποιος μπορεί να μας το βεβαιώσει, ο Βοριάς είχε ξεπορτίσει και χιμούσε κατά το φαράγγι μουγκρίζοντας, ο ουρανός βογκούσε απειλητικός, η βροχή έδερνε μανιασμένη τους ασφεντάμους και τα κυπαρίσσια κι οι χείμαρροι κινούσανε να πνίξουνε τη γης. Κείνη τη νύχτα ο λυράρης βρέθηκε στην αρχή του Ομαλίτικου κάμπου και, για να μη βραχεί η λύρα του, μπήκε στο σπήλιο του Τζανή.
Αμέσως, μια ζεστασιά παράξενη τον τύλιξε. Κάτι σαν οπτασία τον συνεπήρε. Μικρές λιμνούλες με νερό υπήρχαν στη σπηλιά και μέσ' απ' το νερό ανάβλυζαν γυναίκες πανύψηλες και λυγερές, με κορμί σαν το κρινόφυλλο και με πρόσωπο σαν το φεγγάρι τ' ολόγιομο. Τα ξανθά μαλλιά τους έπεφταν ποταμός από χρυσάφι ίσαμε τα γόνατα και φορούσαν του κόσμου τα στολίδια.
Ξαφνικά άρχισαν να χορεύουν. Μα τι χορός ήταν αυτός, τι ομορφιά, τι μεγαλείο, τι πλαστικότητα... αέρας ήταν, πνοή, σαν το πούπουλο στον άνεμο, σαν τον ατμό στον ήλιο... δε χόρευαν πετούσαν! Κι ο λυράρης, χωρίς να ξέρει πως και γιατί, έπιασε τη λύρα και δίχως να λογαριάζει που βρισκόταν, άρχισε κι έπαιζε, συνοδεύοντας το χορό. Οι ώρες περνούσαν, ο χορός συνεχιζόταν κι ο λυράρης ξετρελαμένος απ' τις νεράιδες - γιατί νεράιδες ήταν - σαν να μη βρισκόταν στη γη, έπαιζε κι έπαιζε κι έπαιζε...
Ύστερα τις ακολούθησε, παραλογισμένος και χάθηκε μαζί τους...Από τότε δεν ξαναφάνηκε στο φως του ήλιου. Μονάχα τις αφέγγαρες νύχτες ξανάρχεται με τις νεράιδες στον Ομαλό, στο Σπήλιο του Τζανή και συνοδεύει το χορό τους. Παίζει και ξαναπαίζει με τη λύρα του λυπητερούς σκοπούς, χωρίς να κουράζεται, χωρίς να σταματά, χωρίς να παίρνει ανάσα. Οι κορφές, τα γκρεμνά και τα λαγκάδια παίρνουν κι αχολογούν το μαγικό σκοπό του σ' όλη τη γύρω πλάση...




Οι Νεράιδες και ο Λυράρης
Σύμφωνα με το θρύλο αυτό, όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι και εκεί χαράζει κάτω στη γη, μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, ένα γύρο (=κύκλο). Μέσα εκεί κάθεται και παίζει.Σε λίγο έρχονται από παντού νεράιδες και τον περιτριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά και εξακολουθεί να παίζει ατάραχος τη λύρα.«Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν δουν πως πάνε τα πλανέματά τους χαμένα. «Τί την παίζεις και χάνεις χρόνο;»«Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» αποκρίνεται ο λυράρης, «Τι σας νοιάζει;»«Μπα, τίποτα» του λένε, «μόνο αν θέλεις σε μαθαίνουμε να παίζεις λύρα, λύρα που να χορεύουνε και οι πέτρες.» Και τον παρακαλούν να βγει από τον γύρο.Εκείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρης τη δίνει, μόνο φυλάγεται να μην βγάλει έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί κόβεται ή τρελαίνεται. Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές, με πολλή τέχνη, και του τη δίνει πίσω πάλι, με δυσαρέσκεια, λέγοντας: «Πάρε την. Εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και εμείς θα σου μάθουμε;»Ο λυράρης, όμως, τίποτα, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες που θέλουν να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο για να ξεγελαστεί κάποια στιγμή και να βγάλει παραέξω το χέρι του.Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μην τους βρει η μέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα, ό,τι να ’ναι, προκειμένου να τον μάθουν. Και εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και αυτές το κόβουν αμέσως. Όμως δεν τον γελούν. Σε λίγο, τον μαθαίνουν να παίζει σαν αυτές και ύστερα χάνονται.Γι’ αυτό, ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέει καμιά φορά: «Αμ, είντα θαρρείτε; Εγώ την λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι.» Από τις νεράιδες, σύμφωνα με τον παραπάνω θρύλο της Κρήτης, τον «κύκλο στο σταυροδρόμι» μάθαιναν οι καλοί λυράρηδες την τέχνη της λύρας.

Η λίμνη των μύθων (λίμνη του Αγίου Νικολάου)
Αυτή τη λίμνη τη συνοδεύουν αρκετοί θρύλοι και ιστορίες. Ένας από αυτούς τους θρύλους λέει ότι εδώ λούζονταν δυο θεές, η Αθηνά και η Άρτεμις.
Η λίμνη έχει διάμετρο μόλις 137 μ. και το βάθος της φτάνει τα 64 μ., διαψεύδοντας έναν από τους μύθους, που έλεγε ότι η λίμνη αυτή δεν έχει βυθό.
Ένας από τους παλιούς μύθους συνδέει τη λίμνη με το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους. Ο ένας είναι ότι ο σχηματισμός της λίμνης λέγεται ότι οφείλεται σε καταβύθιση από ηφαιστειακά αίτια. Εξ αιτίας του σχηματισμού της από καταβύθιση του εδάφους, ένα από τα ονόματά της είναι και το επίθετο «Βουλισμένη». Ο δεύτερος είναι ότι παλιότερα η λίμνη ανέδιδε αναθυμιάσεις με μυρωδιά από θειάφι, που εξ αιτίας τους είχε και την προσωνυμία «βρωμολίμνη». Ένας τρίτος λόγος είναι ότι το 1953 με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, το μεγάλο σεισμό που ακολούθησε και το τσουνάμι που τον συνόδευε, η λίμνη φούσκωσε και ανέδιδε πάλι μια δυσοσμία από θειάφι, ενώ τα ψάρια ψόφησαν ξαφνικά και ξεβράστηκαν στην επιφάνεια.
Υπάρχει όμως και μια πραγματικότητα. Το 1945, όταν εγκατέλειπαν την Κρήτη οι Γερμανοί κατακτητές, γκρέμισαν στη λίμνη όλο τους τον πολεμικό εξοπλισμό, από τανκς και αυτοκίνητα μέχρι όπλα. Τα κατάπιε όλα η λίμνη, χωρίς να φανεί ίχνος τους. Με τα χρόνια που πέρασαν, πολλοί νόμιζαν ότι οι αφηγήσεις των γερόντων που είδαν τους Γερμανούς να ρίχνουν στη λίμνη τα πολεμικά τους υπάρχοντα, ήταν υπερβολές και παραμύθια, μέχρι που οι υποβρύχιες έρευνες που έγιναν το 1978 από τον Ζακ Ύβ Κουστώ, αλλά και το 2000 από την ερευνητική ομάδα «UNDERWATER EXPLORERS», επιβεβαίωσαν αυτές τις αφηγήσεις, αν και κατέρριψαν οριστικά τον πιο μεγάλο μύθο, που συνδέεται με τα «μυστήρια» αυτής της λίμνης. Οι ερευνητές εντόπισαν το βυθό της.

ΑΙΓΑΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ (Λέσβος)

Κάθε βράδυ στα ποτάμια οι τσομπάνηδες έβλεπαν νεράιδες να χορεύουν και να τραγουδούν. Δεν τις μιλούσαν όμως, γιατί λέγαν ότι οι νεράιδες έκλεβαν τις φωνές τους. Η γιαγιά μου είπε ότι ο προπαππούς μου έβρισκε το άλογο του τα πρωινά ιδρωμένο και κουρασμένο και με πλεγμένη κοτσίδα την ουρά του. Έλεγε λοιπόν ότι οι νεράιδες έπαιρναν το βράδυ το άλογο και αφού γυρνούσαν τα γύρω χωριά το έφερναν την άλλη μέρα το πρωί.














ΗΠΕΙΡΟΣ


Το γιοφύρι της Άρτας
Ε
ίναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μ.Χ., στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι.
Σύμφωνα μ’ αυτό 1300 κτίστες, 60 μαθητές, 45 μάστοροι (μηχανικοί) υπό τον Αρχιμάστορα, προσπαθούσαν να κτίσουν τη γέφυρα της οποίας τα θεμέλια κάθε πρωί ήταν κατεστραμμένα. Τελικά -σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση- ένα πουλί μ’ ανθρώπινη φωνή είπε πως για να στεριώσει η γέφυρα απαιτείται η ανθρωποθυσία της συζύγου του Πρωτομάστορα.
Ο θρύλος αυτός έκρυβε πολλά χρόνια μια ιστορική αλήθεια για την περιοχή της Άρτας και γενικότερα της Ηπείρου. Όταν χρειάστηκε να περάσει από τη περιοχή μεγάλη δύναμη τουρκικού στρατού ζητήθηκε η βοήθεια των κατοίκων για τη δημιουργία μιας γέφυρας. Τότε τρέξανε πάρα πολλοί δηλώνοντας ότι γνωρίζουν να κτίζουν, προκειμένου να κερδίσουν κάποια εύνοια. Όταν όμως έμαθαν οι κάτοικοι το σκοπό για τον οποίο θα πέρναγε το τουρκικό ασκέρι πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ό,τι την προηγούμενη οι ίδιοι είχαν φτιάξει. Όταν οι Τούρκοι ζήτησαν να μάθουν γιατί αργεί τόσο πολύ το έργο εκείνοι απάντησαν ότι τελικά είναι στοιχειωμένο το μέρος πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι ή δεν θα πέρναγαν ή ότι θα επέστρεφαν. Τότε ο Τούρκος διοικητής (πουλάκι) διέταξε τη σύλληψη του Πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους. Τότε όλοι οι άλλοι από φόβο για τη τύχη που θα τους περίμενε έτρεξαν και ολοκλήρωσαν το γεφύρι συνοδεύοντας με κατάρες το τουρκικό ασκέρι αναπολώντας την αλλοτινή δόξα της φυλής που επί Μ. Αλεξάνδρου έφθασαν από Δούναβη μέχρι Ευφράτη. Μετά όμως την επανάσταση του 1821 και περιμένοντας την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό (αδελφό στην ξενιτιά) οι προηγούμενες κατάρες έγιναν ευχές.
















ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ



Αυγή Καστοριάς
Στο χωριό της γιαγιάς μου, την Αυγή Καστοριάς πίστευαν πως υπήρχαν νεράιδες, που πήγαιναν όπου υπήρχαν χοροί και τραγούδια και το βράδυ διάλεγαν τις πιο όμορφες κοπέλες και τις έπαιρναν μαζί τους να τις κάνουν νεράιδες. Μάλιστα η προγιαγιά μου λέει πως ένα βράδυ που αυτή ήταν έγκυος νόμιζε πως τις άκουσε.
Η αδερφή της προγιαγιάς μου ήταν πολύ όμορφη και ελεύθερη κοπέλα. Έκανε, λοιπόν, μια μέρα πάρτι και είχαν γραμμόφωνο με τραγούδια και χορούς.
Όταν τελείωσε το πάρτι, έμειναν στο διπλανό δωμάτιο μόνο η αδερφή της προγιαγιάς μου και μία φίλη της που ήταν εξίσου πανέμορφη. Τότε η προγιαγιά μου λέει πως άκουσε έξω από την πόρτα γέλια και φωνές μουσική να παίζει, και δύο γυναικείες φωνές που θέλαν να μπούνε μέσα αλλά λυπήθηκαν την έγκυο και το μωρό της. Η προγιαγιά μου σταύρωσε αμέσως την πόρτα, είπε το Πάτερ Ημών και τότε οι φωνές και τα τραγούδια σταμάτησαν.
Από τότε πίστευε πως οι νεράιδες ήρθαν να πάρουν την αδερφή της και τη φίλη της που κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο.


Το φάντασμα (Σοχός)
Μόλις άκουσε να κατεβαίνει από το καλντερίμι προς τα κάτω στην κατηφόρα ο Δημήτριος Τυφλίδης(= Σουλάκης), απόλυκε από πάνω το Φάντασμα. Ο Σουλάκης όπου φύγει φύγει. Μετά από λίγη ώρα είπε να ξαναδοκιμάσει να περάσει μήπως το φάντασμα ήταν δημιούργημα της φαντασίας του. Ξανά όμως ο μπαρμπα Ντίτσιος Βούζιος το ξανααπόλυκε κάτω. Έτσι έφυγε φοβισμένος και πήγε από άλλο δρόμο στο σπίτι του.
Κατόπιν ο Δημήτριος Τυφλίδης περίμενε να λαλήσουν τα πετεινάρια, γιατί μόνο έτσι εξαφανιζόταν τα φαντάσματα και μόνο τότε τόλμησε να πάει, αλλά από άλλο δρόμο.Όταν τον ρώτησαν οι πασταλτζήδες : <<γιατί άργησες, Δημητρό, και έμεινε η δουλειά πίσω; >> τους είπε: <<Με πήρε ο ύπνος και άργησα να ξυπνήσω >>. Αυτοί βέβαια ήξεραν και έσκασαν στα γέλια, αλλά δεν του αποκάλυψαν την αλήθεια.
Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ήταν πιο αγνοί και πίστευαν στα φαντάσματα,
στις δεισιδαιμονίες, στους καρκάντζαλαιους και στις βασκανίες.

ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Tα "στοιχειά" στην Άμφισσα

Λέγεται πως τα "στοιχειά" αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό, που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της "Χάρμαινας". Αυτό αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες (βυρδοδέψες), που η δουλειά τους ανάγκαζε να βρίσκονται στη Βρύση νύχτα - μέρα. Πολλοί ορκίστηκαν, πως είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σ' όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται. Ακόμη διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, κατέβαινε από της "Κολοκυθούς το Ρέμα" και γύριζε στους δρόμους μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο Θρύλος του "Στοιχειού". Από την συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα και τα σκαλιά του Αϊ Νικόλα κατεβαίνει το "στοιχειό" και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι.



ΘΡΑΚΗ


Η Δαδιά είναι ένα από τα παλιότερα χωριά της Θράκης. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, εδώ γεννήθηκε ο πρώτος ποιητής και μουσικός της Θράκης ο ημίθεος Ορφέας.

Νοτιοδυτικά του όμορφου αυτού οικισμού, σε απότομη βουνοκορφή, βρίσκονται τα ερείπια του ισχυρού βυζαντινού κάστρου της «Γκιμπέρνας».

Είναι ένα από τα πολλά φρούρια που έχτισε ο Ιουστινιανός στις οχυρές διαβάσεις της Ροδόπης, για να εξασφαλίσει την πεδινή Θράκη από τις επιδρομές των βαρβάρων φυλών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: